μπογάζι

και μπουγάζι, το (Μ μπογάζι και μπουγάζι)
στενή θαλάσσια δίοδος, στενός πορθμός
νεοελλ.
1. στενή διάβαση μεταξύ ορέων ή υψωμάτων, αλλ. δερβένι
2. συνεκδ. ρεύμα αέρα που σχηματίζεται από τέτοιες διαμορφώσεις τού εδάφους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. boğaz].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μπουγάζι — και μπογάζι, το (Μ μπουγάζι) βλ. μπογάζι …   Dictionary of Greek

  • μπογαζάρω — και μπουγαζάρω [μπογάζι] εισπλέω σε μπουγάζι με μεγάλη ταχύτητα …   Dictionary of Greek

  • Ψέριμος — Μικρό νησί της Δωδεκανήσου, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κάλυμνο και στην Κω. Έχει σχήμα στενόμακρο με μεγαλύτερο μήκος 6,5 χλμ., πλάτος 4 χλμ. και ύψος 300 μ. Η θαλάσσια περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο νησί και στη βόρεια παραλία της Κω… …   Dictionary of Greek

  • bogaz — bogáz, bogázuri, s.n. (înv.) canal, gură de râu. Trimis de blaurb, 07.03.2009. Sursa: DAR  bogáz ( zuri), s.n. – Strîmtoare, canal. var. bo(h)az, buaz. tc. buǵaz (Şeineanu, III, 19; Lokotsch 323), de unde şi ngr. μπογάζι, bg. bo(g)az …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.